Διαταραχές Προσαρμογής

Με τον όρο διαταραχές προσαρμογής αναφερόμαστε σε συναισθηματικά ή/και συμπεριφορικά συμπτώματα, τα οποία εμφανίζονται ως απάντηση σε στρεσογόνα γεγονότα ζωής.
Όλοι μας έχουμε βιώσει “στρες”, “δυσκολίες” και “ατυχίες” στη ζωή μας, στις οποίες έχουμε αντιδράσει ανάλογα. Όταν όμως μιλάμε για “διαταραχή” αναφερόμαστε σε σημαντική δυσφορία που ξεπερνάει τα αναμενόμενα σε σχέση με το γεγονός, καθώς επίσης και σε σημαντική έκπτωση της λειτουργικότητας του ατόμου τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Γενικά η διαταραχή της προσαρμογής είναι μιας μικρής διάρκειας δυσπροσαρμοστική αντίδραση, που αναμένεται να υφεθεί αμέσως μετά την παύση του στρεσογόνου παράγοντα ή αν εκείνος επιμένει, να επιτευχθεί ένα νέο επίπεδο προσαρμογής. Ωστόσο σε ορισμένες περιπτώσεις τα συμπτώματα δεν υποχωρούν μετά την απομάκρυνση του στρεσογόνου παράγοντα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν οι αγχογόνες συνθήκες επιμένουν, η διαταραχή μπορεί να διαρκέσει για μεγάλα χρονικά διαστήματα, ακόμα και για ολόκληρη τη ζωή.

Οι πιο συνηθισμένες καταστάσεις που μπορεί να οδηγήσουν σε διαταραχή προσαρμογής στους ενήλικες είναι προβλήματα στο γάμο, διαζύγιο, προβλήματα υγείας, απώλεια εργασίας, μετακίνηση σε νέο περιβάλλον, οικονομικά προβλήματα, συνταξιοδότηση κ.α. Αντίστοιχα στους εφήβους στρεσογόνες συνθήκες με αποτέλεσμα δυσπροσαρμοστική συμπεριφορά μπορεί να είναι τα σχολικά προβλήματα, το διαζύγιο των γονέων, η απόρριψη από τους γονείς, η χρήση ουσιών, δυσκολίες στη σχέση με το άλλο φύλο, απώλειες κ.α.

Η βαρύτητα των στρεσογόνων συνθηκών δεν είναι πάντα προγνωστική για την βαρύτητα των διαταραχών της προσαρμογής. Το πως επιδρά ένας στρεσογόνος παράγοντας σε έναν άνθρωπο αποτελεί ένα ιδιαιτέρως σύνθετο φαινόμενο, το οποίο καθορίζεται τόσο από τα χαρακτηριστικά της κατάστασης (ένταση, διάρκεια, αναστρεψιμότητα), όσο και από την οργάνωση της προσωπικότητας αλλά και το περιβάλλον στο οποίο ζει το άτομο.

Στην κλινική εικόνα κυριαρχούν συμπτώματα άγχους (ανησυχία, νευρικότητα, αίσθημα παλμών) και κατάθλιψης (πεσμένη διάθεση, κλάμα, απελπισία). Επίσης μπορεί να εμφανιστούν σωματικά συμπτώματα (ιδίως σε παιδιά και ηλικιωμένους) καθώς επίσης και διαταραχές στη συμπεριφορά (επιθετικότητα, κατάχρηση αλκοόλ, παραβατικότητα).

Στην θεραπεία των διαταραχών προσαρμογής, βασικός είναι ο ρόλος της ψυχοθεραπείας. Είναι γνωστή η έμφαση που έχουν δώσει οι ψυχαναλυτικές θεωρίες στην έννοια του ψυχικού τραύματος και των σημαντικών γεγονότων ζωής. Σύμφωνα με αυτές ζωτικής σημασίας για την κατανόηση και την θεραπεία των καταστάσεων αυτών, είναι η φύση του στρεσογόνου παράγοντα, το συνειδητό και κυρίως το ασυνείδητο νόημα του καθώς και η προηγούμενη ευαλωτότητα του ψυχισμού, όπως αυτή καθορίζεται από τα πρώιμα παιδικά βιώματα και τις διάφορες φάσεις ανάπτυξης. Με τη βοήθεια της ψυχοθεραπείας το άτομο θα μπορέσει να αποκτήσει μια νέα συναισθηματική κατανόηση των γεγονότων και δίνοντας τους “νόημα”, θα μπορέσει να τα τοποθετήσει στη συνέχεια της ζωής του για να συνεχίσει να ζει ικανοποιητικά.