Ψυχανάλυση

Η Ψυχανάλυση αποτελεί μία θεωρία για τον ανθρώπινο ψυχισμό και μία θεραπευτική μέθοδο για την αντιμετώπιση ψυχικών προβλημάτων. Απευθύνεται σε ανθρώπους που αισθάνονται εγκλωβισμένοι σε ψυχικές δυσκολίες οι οποίες μπορεί να εκφράζονται με συμπτώματα όπως άγχος, κατάθλιψη, φοβίες, εμμονές, ενοχή, αυτοϋποτίμηση, χαμηλή αυτοεκτίμηση, αίσθημα κενού, αποτυχίας και πολλά άλλα. Όλα αυτά έχουν σαν αποτέλεσμα να εμποδίζουν το άτομο να νιώσει ευτυχισμένο στις σχέσεις του με την οικογένεια, τους σύντροφους και τους φίλους, να νιώθει ικανοποιημένο και δημιουργικό τόσο στην εργασία και την καθημερινότητα όσο και στη ζωή του γενικότερα. Η ψυχανάλυση αφορά επίσης κάθε άνθρωπο που δεν αντιμετωπίζει “συγκεκριμένες δυσκολίες” αλλά θα ήθελε να γνωρίσει και να κατανοήσει καλύτερα τον εαυτό του, ερχόμενος σε επαφή με βαθύτερα κομμάτια του κι ως εκ τούτου με έναν πιο ουσιαστικό τρόπο ύπαρξης.

Κατά την διαδικασία της ψυχανάλυσης δημιουργείται σταδιακά ένας ασφαλής χώρος όπου προσφέρεται τον θεραπευόμενο η δυνατότητα -πολλές φορές για πρώτη φορά στη ζωή του- να υπάρξει ελεύθερα και ειλικρινά, εκφράζοντας τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις εμπειρίες του οποιεσδήποτε και να είναι αυτές. Στο πλαίσιο της θεραπευτικής σχέσης – στην οποία δεν υπάρχει επίκριση αλλά αποδοχή- θεραπευόμενος και θεραπευτής θα φέρουν σε λέξεις τις συναισθηματικές δυσκολίες του πρώτου και κάτω από μια άλλη ματιά, ένα άλλο φως, μέσα από ενοράσεις, εμπιστοσύνη και βιωματική κατανόηση τα αδιέξοδα αρχίζουν να μοιάζουν λιγότερο απόλυτα, τα προβλήματα αμβλύνονται και οι σχέσεις αποκτούν μεγαλύτερη ουσία και πλούτο.
 

Η Θεωρία

Στην πορεία του χρόνου έχει αναπτυχθεί μια πληθώρα σχολών και τάσεων στην ψυχανάλυση, η καθεμιά από τις οποίες έχει το δικό της θεωρητικό υπόβαθρο, με μικρότερες ή μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις (βλέπε παρακάτω). Ωστόσο υπάρχουν κάποιοι κεντρικοί πυλώνες πάνω στους οποίους όταν μια θεραπεία στηρίζεται μπορεί να χαρακτηριστεί ως Ψυχανάλυση. Οι κυριότεροι είναι:

Το Ασυνείδητο: ένα μεγάλο, το μεγαλύτερο, μέρος της ψυχικής ζωής εκτείνεται πέραν από αυτό που είναι συνειδητό, παίζοντας καθοριστικό ρόλο στο ανθρώπινο βίωμα. Η διερεύνηση τέτοιων ασυνείδητων πλευρών μπορεί να γίνει μόνο μέσα από μια ψυχαναλυτική διαδικασία.

Τα Πρώιμα Παιδικά Βιώματα: Συνθέτουν ένα αμάλγαμα φαντασιώσεων και πραγματικών βιωμάτων. Η σημαντικότητά τους έχει να κάνει με την κατανόηση των εμπειριών, των σχέσεων, των τραυματικών γεγονότων και γενικότερα των καταστάσεων που επηρεάζουν και διαμορφώνουν το χαρακτήρα και τον ψυχισμό ενός ανθρώπου. Καθώς κάποιες πλευρές της ψυχανάλυσης εστιάζουν σε αυτά τα βιώματα, πολλές φορές υπάρχει η άποψη ότι “η ψυχανάλυση μιλάει για το παρελθόν”. Αυτή είναι μια εσφαλμένη άποψη επί της ουσίας η ψυχανάλυση μιλάει πάντα για το παρόν, για το πως τώρα βιώνει ένας άνθρωπος μια ανάμνηση στο πλαίσιο της μεταβίβασης και της θεραπευτικής σχέσης. Άλλωστε γενικότερα όταν μιλάμε για το παρελθόν πάντα μιλάμε για το παρόν: για το ποια συναισθήματα έχω τώρα για ένα γεγονός του τότε, και πως με επηρεάζουν τώρα στη ζωή μου, μέσα από μια μνήμη που πλέον έχει αποδειχτεί ότι αποτελεί μια δυναμική και “εύπλαστη” διεργασία. Ας μην ξεχνάμε επίσης ο στόχος της Ψυχανάλυσης παραμένει πάντα να μπορέσει ο άνθρωπος να αντέξει και να αντεπεξέλθει στις δυσκολίες της ζωής του και να ζήσει ικανοποιητικά και δημιουργικά το παρόν.

Η Απώθηση: Θεωρείται ο σημαντικότερος μηχανισμός άμυνας, μια δύναμη στον ψυχισμό η οποία κρατάει ασυνείδητες επικίνδυνες φαντασιώσεις και συναισθήματα που σχετίζονται με ανεπίλυτα τμήματα των παιδικών συγκρούσεων.

Τα Όνειρα: Αποτελούν σημαντικό στοιχείο στο πλαίσιο μιας αναλυτικής διαδικασίας καθώς σχετίζονται με την εκπλήρωση επιθυμιών και φαντασιώσεων, οι οποίες εμφανίζονται “μεταμφιεσμένες” – μέσα από διάφορους μηχανισμούς- σε σχέση με το ασυνείδητο νόημά τους. Από τις πιο γνωστές ρήσεις του Freud είναι ότι η ερμηνεία των ονείρων αποτελεί την «βασιλική οδό» προς το Ασυνείδητο.

Η Μεταβίβαση: πρόκειται για ένα γενικότερο τρόπο του ανθρώπου να επιδρά και να ταυτίζει νέες συνθήκες σύμφωνα με προηγούμενα πρότυπα και βιώματα. Στην ψυχανάλυση τα μοντέλα και οι τρόποι που κάποιος έχει μάθει να σχετίζεται – πολλά ήδη από την παιδική ηλικία- επαναλαμβάνονται στην σχέση με τον θεραπευτή, στον οποίον αποδίδονται ιδιότητες και συναισθήματα από σημαντικά πρόσωπα τη ζωής του θεραπευόμενου.

Η Μέθοδος


Η ψυχανάλυση ως διαδικασία βασίζεται στη μέθοδο του ελεύθερου συνειρμού. Σύμφωνα με αυτόν – που ονομάζεται και θεμελιώδης κανόνας- ο αναλυόμενος έχει την δυνατότητα να λέει οτιδήποτε έρχεται στο νου του, τη στιγμή ακριβώς που προκύπτει, χωρίς να το λογοκρίνει, δηλαδή χωρίς να αυτοπεριορίζεται επειδή μια σκέψη μπορεί να φαντάζει περίεργη, προσβλητική, άσχετη, ντροπιαστική, ανόητη ή οτιδήποτε άλλο. Μέσα από αυτή τη διαδικασία αναλυόμενος και αναλυτής εισέρχονται σε μια δυνατότητα βαθύτερης διερεύνησης του ψυχισμού, καθώς μέσα από τους συνειρμούς οι σκέψεις καταλήγουν σε αναπάντεχες συσχετίσεις, συνδέσεις, συναισθήματα, εικόνες, αναμνήσεις και άλλα ψυχικά παράγωγα τα οποία, στο πλαίσιο πάντα της θεραπευτικής σχέσης, συνδέονται με ασυνείδητες ρίζες ανεπίλυτων συγκρούσεων οι οποίες επηρεάζουν και καθορίζουν τον τρόπο που σχετίζεται και ζει ο αναλυόμενος. Μέσα από την πορεία της ανάλυσης, έρχεται σταδιακά η επίλυση αυτών των συγκρούσεων, το συνολικό βίωμα του αναλυόμενου αλλάζει, έρχεται κάτω από ένα νέο φως, μια άλλη οπτική, όπου ο αναλυόμενος απελευθερώνεται από παλιές αναστολές και δυσκολίες ενώ ταυτόχρονα δημιουργείται χώρος για νέες επιλογές και προοπτικές στον τρόπο ύπαρξής του.

Το Πλαίσιο


Στο κλασικό ψυχαναλυτικό πλαίσιο ο ασθενής είναι ξαπλωμένος αναπαυτικά στο ντιβάνι, και προσπαθεί να αφεθεί στις σκέψεις, στον ελεύθερο συνειρμό, να λέει δηλαδή οτιδήποτε έρχεται στο νου του, χωρίς να αυτολογοκρίνεται. Η συνθήκη αυτή ευνοεί τη δυνατότητα του αναλυόμενου να βυθιστεί στον εσωτερικό του κόσμο και να αναβιώσει αναμνήσεις, να αναστοχαστεί σημαντικές εμπειρίες, να περιγράψει όνειρα να επιτρέψει να αναδυθούν φαντασιώσεις και όλα αυτά μαζί να συνθέσουν το προσωπικό του ψυχαναλυτικό ταξίδι, το οποίο θα ρίξει νέο φως στην ζωή του συνολικά, σαν ένα παρελθόν, παρόν και μέλλον. Η διάρκεια μιας αναλυτικής συνεδρίας είναι 45 ή 50 λεπτά. Προκειμένου να υπάρξει μια εργασία σε βάθος απαιτείται συνήθως μια μεγαλύτερη συχνότητα συνεδρίων σε εβδομαδιαία βάση. Ενίοτε μπορεί να χρειαστεί μια μειωμένη συχνότητα εβδομαδιαίων συνεδριών ή να γίνει χρήση πολυθρόνας σε μια θεραπεία πρόσωπο με πρόσωπο αντί για το ντιβάνι, όλα πάντα σε μια συμφωνία για το πλαίσιο μεταξύ αναλυτή και αναλυόμενου. Όσον αφορά την χρονική διάρκεια, αυτό είναι δύσκολο να προκαθοριστεί στο πλαίσιο μιας ψυχανάλυσης· ο κάθε άνθρωπος καλείται να ακολουθήσει το δικό του μοναδικό ψυχαναλυτικό ταξίδι. ,Η χρονική διάρκεια μίας ψυχανάλυσης είναι δύσκολο να προβλεφθεί· αναμένεται ένας μέσος όρος τριών έως πέντε ετών, αν και κάθε μεμονωμένη περίπτωση μπορεί να χρειασθεί λιγότερο ή περισσότερο χρόνο για να ολοκληρωθεί. Εντούτοις, τόσο ο ασθενής όσο και ο αναλυτής είναι ελεύθεροι ν’ αποφασίσουν, οποιαδήποτε στιγμή, να διακόψουν ή να τερματίσουν την ανάλυση.

Οι Σχολές



Από την εποχή του Φρόυντ και τα πρώτα του έργα και μέχρι σήμερα άφθονο νερό έχει κυλήσει στο μύλο της ψυχανάλυσης. Στο πέρασμα των δεκαετιών πολλά πράγματα τόσο στη θεωρία όσο και στην πρακτική έχουν μείνει σταθερά κι άλλα τόσα -ίσως και περισσότερα- έχουν αλλάξει ριζικά. Προέκυψαν έτσι στην πορεία διάφορες σχολές ψυχαναλυτικής σκέψης η καθεμία με τα δικά της χαρακτηριστικά και σημεία αναφοράς, άλλοτε αλληλοσυμπληρούμενα και άλλοτε αντικρουόμενα μεταξύ τους. Συνήθως στους σύγχρονους ψυχαναλυτές υπάρχει μια τάση σύνθεσης των επιμέρους στοιχείων και όχι τόσο μια δογματική προσκόλληση στο ένα ή το άλλο μοντέλο. Εντελώς επιγραμματικά οι κύριες τάσεις και σχολές εντός της ψυχανάλυσης σήμερα είναι οι εξής:

Κλασικοί και Σύγχρονοι Φροϋδικοί Στην κλασσική ψυχανάλυση όπως την εμπνεύστηκε ο Sigmund Freud (1856-1939) βασικές έννοιες αποτελούν τα πρώιμα παιδικά βιώματα, οι σεξουαλικές και επιθετικες ενορμήσεις, οι ενορμήσεις ζωής και θανάτου, τα συστήματα Ασυνείδητο, Προσυνειδητό και Συνειδητό καθώς και το Εγώ, το Εκείνο και το Υπερ-Εγώ, το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα κ.α.

Η ψυχαναλυτική σχολή της Βουδαπέστης (Sándor Ferenczi, 1873-1933). Αναγνωρίστηκε η σημασία των πραγματικών παιδικών τραυματισμών, οι ιδιαιτερότητες της πρώιμης σχέσης μητέρας-παιδιού, και οι επιπτώσεις που έχει «η σύγχυση των γλωσσών» (η σύγχυση ανάμεσα στην τρυφερή προσκόλληση του παιδιού και στις σεξουαλικές ανάγκες του ενήλικα). Έρχονται επίσης για πρώτη φορά στο επίκεντρο οι διυποκειμενικές διαδικασίες μεταξύ ασθενή και αναλυτή.

Η Ψυχολογία του Εγώ (Anna Freud, 1895-1982, Heinz Hartmann,1884-1970) Έφερε στο επίκεντρο τη λειτουργία του συνειδητού και του ασυνείδητου εγώ με έμφαση στις ασυνείδητες άμυνες και την ανάλυση αυτών.

Κλασικοί και Σύγχρονοι Κλαϊνικοί (Melanie Klein,1882-1960) Γίνεται λόγος για αντικείμενότροπές σχέσεις από την πρώιμη βρεφική ηλικία κάθως η απαρτίωση του ψυχισμού ακολουθεί την πορεία από την παρανοειδή (με διωκτικά άγχη) στην καταθλιπτική (με καταθλιπτικά άγχη) θέση. Η σύγχρονη κλαϊνική θεωρία υπστηρίζει ότι οι φάσεις αυτές δεν περιορίζονται στη βρεφική ηλικία αλλά αποτελούν μια συνεχή δυναμική στη ζωή του ανθρώπου.

Ο Kλάδος Bion της Κλαϊνικής Σχολής (Wilfried Bion, 1897-1979) Αποτέλεσε μια νέα θεωρία της σκέψης όπου στη βάση της, ωμές, ακατέργαστες, χωρίς νόημα αισθητηριακές εντυπώσεις και συγκινήσεις (β-στοιχεία), είναι απαραίτητο να μεταβολιστούν από το φροντίζον αντικείμενο (πχ μητέρα) σε στοιχεία με ψυχικό νόημα (α-στοιχεία), τα οποία το βρέφος -μαζί με τους σχετικούς μηχανισμούς- θα ενδοβάλει για να αναπτυχθεί ψυχικά.

Ο κλάδος Winnicott της Θεωρίας των Αντικειμενοτρόπων Σχέσεων (Donald Winnicott,1896-1971) κομβικής σημασίας για την ανάπτυξη του ψυχισμού θεωρείται η έννοια της αρκετά-καλής μητέρας. Πολύ σημαντικές είναι επίσης οι έννοιες του ενδιάμεσου χώρου, του μεταβατικού αντικείμενου και του παιχνιδιού για την βίωση από το βρέφος και το παιδί του εαυτού, των φαντασιώσεων, της δημιουργικότητας και αργότερα από τον ενήλικα της τέχνης και του πολιτισμού, στο πλαίσιο ενός αληθούς εαυτού.

Η Γαλλική Ψυχανάλυση (Jacque Lacan, 1901-1981) Στον κεντρικό της άξονα υπάρχουν έννοιες όπως η σημασία της γλώσσας, του φαλλού, της επιθυμίας και του άλλου, καθώς και του φαντασιακού, του συμβολικού και του[ανέφικτου] πραγματικού.

Η Ψυχολογία-Εαυτού (Heinz Kohut,1913-1981) Επικεντρώνεται στην αίσθηση του εαυτού του ατόμου, και πιο συγκεκριμένα σε ότι αφορά την ανάπτυξη και τη ρύθμιση του ναρκισσισμού, μέσα από διεργασίες καθρεφτίσματος και αντίστοιχες μεταβιβάσεις του παιδιού στον γονέα (και του θεραπευόμενου στον αναλυτή).

Η Σχεσιακή Ψυχανάλυση (Steven Mitchell,1946-2000) Προτείνει μια σχεσιακή-θεωρία-σύγκρουσης που συνδυάζει πραγματικές, εσωτερικευμένες και φαντασιωσικές αλληλεπιδράσεις με σημαίνοντες άλλους. Εφόσον το πρωταρχικό κίνητρο του ατόμου είναι να σχετίζεται με άλλους, το άτομο θα έχει την τάση ν’ αναπαράγει και να διαδραματίζει αυτούς τους τύπους σχετίζεσθαι καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του. Η ψυχανάλυση δεν συνιστά συνεπώς άλλο από τη διερεύνηση αυτών των τύπων και την αντιπαραβολή τους με ότι συν-δημιουργείται αυθόρμητα και αυθεντικά στο αναλυτικό πλαίσιο, ανάμεσα στον αναλυτή και τον θεραπευόμενο.