Tα προβλήματα που συνδέονται με την κατάχρηση του αλκοόλ αποτελούν ένα έντονο κοινωνικό φαινόμενο στις μέρες μας, οι επιπτώσεις του οποίου είναι ιδιαίτερα σημαντικές τόσο για το άτομο όσο και για το περιβάλλον του. Ο “αλκοολισμός” αφορά ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων, εμφανίζεται όλο και περισσότερο σε νεαρές ηλικίες, σχετίζεται με αυξημένη θνησιμότητα και νοσηρότητα, επιδρά διαλυτικά στον οικογενειακό ιστό, στην επαγγελματική ζωή και στις διαπροσωπικές σχέσεις του πάσχοντα.
Η έννοια της εξάρτησης γενικότερα (άσχετα με την ουσία ή την συμπεριφορά), ορίζεται από τα παρακάτω:
• Ανοχή (ανάγκη για αύξηση της ποσότητας της ουσίας προκειμένου να επιτευχθεί η δράσης της)
• Ψυχολογική εξάρτηση (επιθυμία για την ουσία)
• Συμπτώματα στερητικού συνδρόμου (σωματικά συμπτώματα στέρησης)
• Χρήση της ουσίας ή υιοθέτηση συγκεκριμένης συμπεριφοράς για τον περιορισμό των στερητικών συμπτωμάτων
• Αποτυχημένες προσπάθειες για να ελέγξει κάποιος τη χρήση ή την συμπεριφορά.
• Σπατάλη χρόνου τόσο για τη χρήση (ουσιών) ή την επανάληψη της συμπεριφοράς στην οποία είναι εθισμένος όσο και κατά τη διαδικασία ανάρρωσης.
• Καταστροφικές συνέπειες εξαιτίας της χρήσης τόσο στους ίδιους τους εθισμένους όσο και στους ανθρώπους του περιβάλλοντός τους (προβλήματα στη δουλειά ή το σχολείο, συγκρούσεις με τους ανθρώπους που βρίσκονται στο κοντινό περιβάλλον, αφιέρωση λιγότερου χρόνου για χόμπι, ασθένειες κ.λπ.)
• Χρήση ουσιών πιο συχνή και σε μεγαλύτερες δόσεις απ' ότι σχεδιάζεται.
• Εξακολούθηση της χρήσης ακόμα κι αν το άτομο γνωρίζει ότι αυτό είναι καταστροφικό για τον εαυτό του.
Η πεποίθηση ότι ο “αλκοολικός” είναι κάποιος που περιφέρεται στους δρόμους μεθυσμένος και ρυπαρός μ' ένα μπουκάλι στο χέρι, αποτελεί ένα στερεότυπο που αφορά ένα πολύ μικρό μέρος του συνολικού προβλήματος. Η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που έχουν θέματα με το αλκοόλ, είναι άνθρωποι δίπλα μας, οι οποίοι προσπαθούν να αντεπεξέλθουν στα προβλήματα που τους δημιουργεί η χρήση της ουσίας στην οικογένεια, στην καθημερινότητα, στην εργασία και στις κοινωνικές τους σχέσεις.
Η έννοια της εξάρτησης γενικότερα (άσχετα με την ουσία ή την συμπεριφορά), ορίζεται από τα παρακάτω:
• Ανοχή (ανάγκη για αύξηση της ποσότητας της ουσίας προκειμένου να επιτευχθεί η δράσης της)
• Ψυχολογική εξάρτηση (επιθυμία για την ουσία)
• Συμπτώματα στερητικού συνδρόμου (σωματικά συμπτώματα στέρησης)
• Χρήση της ουσίας ή υιοθέτηση συγκεκριμένης συμπεριφοράς για τον περιορισμό των στερητικών συμπτωμάτων
• Αποτυχημένες προσπάθειες για να ελέγξει κάποιος τη χρήση ή την συμπεριφορά.
• Σπατάλη χρόνου τόσο για τη χρήση (ουσιών) ή την επανάληψη της συμπεριφοράς στην οποία είναι εθισμένος όσο και κατά τη διαδικασία ανάρρωσης.
• Καταστροφικές συνέπειες εξαιτίας της χρήσης τόσο στους ίδιους τους εθισμένους όσο και στους ανθρώπους του περιβάλλοντός τους (προβλήματα στη δουλειά ή το σχολείο, συγκρούσεις με τους ανθρώπους που βρίσκονται στο κοντινό περιβάλλον, αφιέρωση λιγότερου χρόνου για χόμπι, ασθένειες κ.λπ.)
• Χρήση ουσιών πιο συχνή και σε μεγαλύτερες δόσεις απ' ότι σχεδιάζεται.
• Εξακολούθηση της χρήσης ακόμα κι αν το άτομο γνωρίζει ότι αυτό είναι καταστροφικό για τον εαυτό του.
Η πεποίθηση ότι ο “αλκοολικός” είναι κάποιος που περιφέρεται στους δρόμους μεθυσμένος και ρυπαρός μ' ένα μπουκάλι στο χέρι, αποτελεί ένα στερεότυπο που αφορά ένα πολύ μικρό μέρος του συνολικού προβλήματος. Η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων που έχουν θέματα με το αλκοόλ, είναι άνθρωποι δίπλα μας, οι οποίοι προσπαθούν να αντεπεξέλθουν στα προβλήματα που τους δημιουργεί η χρήση της ουσίας στην οικογένεια, στην καθημερινότητα, στην εργασία και στις κοινωνικές τους σχέσεις.